Παλιά, όταν ακόμα οι γυναίκες δεν είχαν αποκτήσει τα δικαιώματα που έχουν σήμερα, και για λόγους τιμής δεν τις άφηναν να κυκλοφορούν μόνες τους, όταν κάποιος _συνήθως αδελφός ή πατέρας_ από την οικογένεια υποψιαζόταν πως κάτι “πονηρό” συνέβαινε, τις κλείδωναν στο σπίτι.

Τι μπορούσε λοιπόν να κάνει το παλικάρι, ο αγαπητικός ή ο εραστής, για να έχει μια υποτυπώδη επαφή με την αγαπημένη του, από το να εφεύρει κάποιον τρόπο ώστε να τη δει έστω και λίγο.

κοβε βόλτες γύρω από το σπίτι της κοπελιάς και την ειδοποιούσε πως ήταν εκεί είτε πετώντας ένα πετραδάκι στο τζάμι της είτε κάνοντας πως βήχει.

Υπάρχει άλλωστε και το αντίστοιχο τραγουδάκι: «Έλα, πέρασε και βήξε κι ένα πετραδάκι ρίξε».

πάρχει βέβαια και ένα παρόμοιο, λίγο πιο οπορτουνιστικό, αλλά μάλλον αφορά “αγαπητικούς” που δεν είχαν και πολλή τύχη ή τράβαγαν ζόρια:

Από την πόρτα σου περνώ, βήχω και ξεροβήχω

ι αν δεν γυρίσεις να σε δω, σου κατουρώ τον τοίχο»!

Το ρήμα «κόβω» (με την έννοια του «διακόπτω» όταν αφορά σύμπτωμα νοσήματος, όπως ο βήχας) σημαίνει: θεραπεύω. «Θα του κόψω εγώ τον βήχα» λοιπόν έλεγε απειλώντας ο αυστηρός πατέρας ή ο αδερφός του κοριτσιού για τον αθεράπευτα «ασθενή» εραστή!

Σήμερα, χρησιμοποιούμε τη φράση όταν θέλουμε να δηλώσουμε πως θα στερήσουμε από κάποιον ορισμένα δικαιώματα, θα τον επαναφέρουμε στην τάξη και δεν θα τον αφήσουμε να έχει παράλογες ή/και λογικές (όπως το να δει την αγαπημένη του) απαιτήσεις.